Υπάρχει το κρασί, και υπάρχει αυτό που νομίζουμε ότι είναι το κρασί.
Το «είναι» του κρασιού δεν ταυτίζεται ποτέ πλήρως με την εμπειρία μας. Υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, ως αποτέλεσμα τόπου, χρόνου, ύλης και πρόθεσης. Είναι αυτό που είναι, ακόμη κι αν κανείς δεν το έχει δοκιμάσει.
Το μόνο που έχουμε πραγματικά είναι το «φαίνεσθαι».
Όταν φέρνουμε το ποτήρι στη μύτη και μετά στο στόμα, δεν ερχόμαστε σε άμεση επαφή με το «είναι» του κρασιού. Ερχόμαστε σε επαφή με την ερμηνεία του. Με αυτό που οι αισθήσεις μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε και ο νους μας να οργανώσει.
Αρώματα, γεύσεις και υφή, όλα περνούν μέσα από φίλτρα. Το φίλτρο της μνήμης, της εμπειρίας και ων προσδοκιών.
Έτσι, το κρασί που δοκιμάζουμε δεν είναι ποτέ μόνο το κρασί. Είναι και εμείς.
Υπάρχει πάντα μια απόσταση ανάμεσα σε αυτό που υπάρχει και σε αυτό που εμφανίζεται. Το ίδιο κρασί μπορεί να βιωθεί διαφορετικά από δύο ανθρώπους. Ακόμη και από τον ίδιο άνθρωπο, σε διαφορετικές στιγμές.
Το «είναι» παραμένει. Το «φαίνεσθαι» μεταβάλλεται.
Εκεί βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της γευσιγνωσίας. Ότι δεν είναι ανακάλυψη μιας αντικειμενικής αλήθειας, αλλά μια συνεχής προσέγγιση. Μια κίνηση προς κάτι που δεν κατακτάτε πλήρως.
Η γεύση δεν είναι ιδιότητα του κρασιού μόνο. Είναι γεγονός που συμβαίνει στη συνάντηση με τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει χωρίς τον δοκιμαστή. Είναι ένα φαινόμενο, δηλαδή, κάτι που εμφανίζεται.
Και όπως κάθε φαινόμενο, εξαρτάται από τις συνθήκες. Το φως, η θερμοκρασία, η στιγμή, η διάθεση. Το ίδιο κρασί μπορεί να «είναι» σταθερό, αλλά να «φαίνεται» διαφορετικό.
Το κρασί μάς φέρνει αντιμέτωπους με ένα διαχρονικό φιλοσοφικό πρόβλημα. Μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε την ουσία ενός πράγματος ή μόνο τις εμφανίσεις του;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην επιλογή ανάμεσα στα δύο, αλλά στη σχέση τους.
Το «είναι» του κρασιού δεν είναι προσβάσιμο άμεσα, αλλά αποκαλύπτεται μέσα από το «φαίνεσθαι». Κάθε γουλιά είναι μια απόπειρα προσέγγισης του «είναι».
Όσο περισσότερο δοκιμάζουμε, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε το όριο της γνώσης μας. Το κρασί δεν εξαντλείται στην περιγραφή και ούτε περιορίζεται σε λέξεις.
Έτσι η γευσιγνωσία, δεν είναι μόνο επιβεβαίωση βεβαιοτήτων αλλά και άσκηση ταπεινότητας. Μια συνεχής υπενθύμιση ότι αυτό που βιώνουμε είναι μόνο μία εκδοχή της πραγματικότητας.
Σε αυτή τη μικρή απόσταση, ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι», γεννιέται όχι μόνο η εμπειρία του κρασιού, αλλά και μια βαθύτερη κατανόηση της ίδιας της αντίληψης.
