Η Ευρώπη απομακρύνεται από το κρασί; Η Κύπρος το ξανασυστήνει.

by Oenognosia

Η Ευρώπη, η ιστορική μήτρα του κρασιού, βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια παράξενη αντίφαση. Από τη μία, παραμένει το κέντρο της παγκόσμιας οινικής κουλτούρας, της παραγωγής, των μεγάλων ονομασιών προέλευσης και της τελετουργίας του τραπεζιού. Από την άλλη, οι Ευρωπαίοι πίνουν λιγότερο κρασί από ό,τι στο παρελθόν. Όχι απαραίτητα γιατί εγκατέλειψαν το κρασί ως πολιτισμικό σύμβολο, αλλά γιατί άλλαξε ο τρόπος που ζουν, τρώνε, διασκεδάζουν και αντιλαμβάνονται την κατανάλωση αλκοόλ.

Τα στοιχεία του OIV δείχνουν καθαρά τη γενική εικόνα: η παγκόσμια κατανάλωση κρασιού το 2024 εκτιμήθηκε από τον OIV στα 214,2 εκατομμύρια εκατόλιτρα, μειωμένη κατά 3,3% σε σχέση με το 2023. Πρόκειται για συνέχεια μιας ευρύτερης καθοδικής πορείας, όχι για ένα απλό προσωρινό σκαμπανέβασμα. Στην Ευρώπη, η Γαλλία, παραδοσιακά η μεγαλύτερη καταναλώτρια χώρα της ηπείρου, έπεσε στα 23 εκατ. εκατόλιτρα το 2024, με μείωση 3,6% από το 2023. Η Γερμανία μειώθηκε επίσης κατά 3%, ενώ η Ιταλία έμεινε σχεδόν σταθερή. Αντίθετα, η Ισπανία και η Πορτογαλία παρουσίασαν μικρή αύξηση, κάτι που δείχνει ότι η πτώση δεν είναι ίδια παντού, ούτε έχει παντού τους ίδιους λόγους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει πλέον ότι ο ευρωπαϊκός αμπελοοινικός τομέας αντιμετωπίζει «μακροχρόνια μείωση της εγχώριας κατανάλωσης», αλλαγή στις προτιμήσεις των καταναλωτών και ένα λιγότερο σταθερό διεθνές εμπορικό περιβάλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2024 δημιουργήθηκε Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για το κρασί, ακριβώς για να εξετάσει τις νέες προκλήσεις του τομέα. Η ίδια η Επιτροπή σημειώνει ότι η κατανάλωση κρασιού βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών δεκαετιών και ότι τα κλασικά ερυθρά κρασιά της Ευρώπης χάνουν έδαφος προς πιο φρέσκα, ελαφριά κρασιά ή και προς άλλα ποτά.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτον, υπάρχει μια γενεαλογική αλλαγή. Οι νεότεροι καταναλωτές δεν έχουν την ίδια καθημερινή σχέση με το κρασί που είχαν οι προηγούμενες γενιές. Το κρασί δεν είναι πλέον αυτονόητο στο τραπέζι. Δεύτερον, η υγεία έχει γίνει κεντρικό στοιχείο της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Η έννοια του “less but better” κερδίζει έδαφος: λιγότερες φιάλες, καλύτερη ποιότητα, πιο συνειδητή κατανάλωση. Τρίτον, ο ανταγωνισμός από μπύρα, spirits, cocktails, ready-to-drink προϊόντα και low/no alcohol επιλογές έχει γίνει πολύ ισχυρότερος. Τέταρτον, ο πληθωρισμός και η αύξηση του κόστους ζωής έκαναν τον καταναλωτή πιο επιλεκτικό.

Η Κύπρος, ωστόσο, δεν μπορεί να διαβαστεί απλώς ως μικρογραφία της Ευρώπης. Είναι μικρή αγορά, τουριστική αγορά, με έντονη εποχικότητα και με μια σχέση με το κρασί που περνά ταυτόχρονα από την παράδοση, την εστίαση, τον τουρισμό και τη νέα ταυτότητα των κυπριακών οινοποιείων. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου, η ετήσια παραγωγή κρασιού στην Κύπρο υπολογίζεται περίπου στα 9 εκατομμύρια λίτρα ως μέσος όρος της περιόδου 2011–2024, ενώ η κατανάλωση ανέρχεται περίπου στα 16 εκατομμύρια λίτρα. Αναφέρθηκε επίσης ότι το 55% της εγχώριας αγοράς καλύπτεται από κυπριακά κρασιά και το 45% από κρασιά της ΕΕ και τρίτων χωρών.

Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: καταναλώνει περισσότερο κρασί από όσο παράγει. Άρα η συζήτηση δεν είναι μόνο αν πίνουμε περισσότερο ή λιγότερο, αλλά τι πίνουμε, πού το πίνουμε και με ποια συνείδηση το επιλέγουμε. Η κυπριακή αγορά δεν έχει το βάρος της γαλλικής ή της ιταλικής καθημερινής κατανάλωσης, αλλά έχει κάτι άλλο: μια αναδυόμενη σχέση με το κρασί ως εμπειρία. Οινοτουρισμός, γευσιγνωσίες, wine bars, masterclasses, φεστιβάλ, εκθέσεις και νέες οινικές κοινότητες δημιουργούν μια άλλη μορφή ζήτησης. Όχι απαραίτητα μαζική, αλλά πιο ποιοτική.

Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά. Στην Ευρώπη η πτώση συχνά σημαίνει απώλεια μιας παλιάς συνήθειας: το κρασί που υπήρχε καθημερινά στο τραπέζι, κυρίως σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, δεν έχει πλέον την ίδια θέση. Στην Κύπρο, αντίθετα, το κρασί προσπαθεί ακόμη να κερδίσει μια νέα θέση στη σύγχρονη κουλτούρα. Η παλαιότερη γενιά το γνώριζε κυρίως μέσα από την οικιακή παραγωγή, το χύμα κρασί, την Κουμανδαρία, την ταβέρνα και το χωριό. Η νέα γενιά το γνωρίζει μέσα από τις ποικιλίες, τις ετικέτες, το terroir, το pairing, το storytelling και την εμπειρία του οινοποιείου.

Γι’ αυτό η Κύπρος έχει μπροστά της μια ευκαιρία. Αν η Ευρώπη παλεύει να διαχειριστεί τη μείωση της παραδοσιακής κατανάλωσης, η Κύπρος μπορεί να επενδύσει στην αύξηση της αξίας της κατανάλωσης. Όχι απαραίτητα να πίνουμε περισσότερο, αλλά να πίνουμε καλύτερα. Να γνωρίζουμε γιατί επιλέγουμε Ξυνιστέρι, Μαραθεύτικο, Γιαννούδι, Μωρόκανέλλα ή Προμάρα. Να μη βλέπουμε το κυπριακό κρασί ως τοπική υποχρέωση, αλλά ως πολιτισμική επιλογή. Η μείωση της κατανάλωσης κρασιού στην Ευρώπη δεν είναι μόνο απειλή. Είναι και μήνυμα. Το κρασί δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται στην αδράνεια της παράδοσης. Πρέπει να ξανακερδίσει τον καταναλωτή με ποιότητα, αυθεντικότητα, μέτρο, αισθητική και αφήγηση. Για την Κύπρο, αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα: το μέλλον του κρασιού δεν θα κριθεί από το πόσο δυνατά θα φωνάξει ότι έχει ιστορία, αλλά από το πόσο πειστικά θα δείξει ότι αυτή η ιστορία έχει ακόμη νόημα σήμερα.

You may also like