Γιαννούδι, το κόκκινο διαμάντι που η Κύπρος δεν έχει ακόμα αποκαλύψει

by Oenognosia

Υπάρχουν ποικιλίες που κάνουν θόρυβο. Και υπάρχουν ποικιλίες που περιμένουν.
Περιμένουν σιωπηλά, μέσα στο χώμα, μέσα στη μνήμη, μέσα στις ξερολιθιές και στα παλιά αμπέλια, μέχρι να έρθει η στιγμή τους. Το Γιαννούδι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι μια ποικιλία που φωνάζει. Δεν ζητά εύκολη αναγνώριση. Δεν έρχεται με την επιβολή ενός Cabernet Sauvignon ή με τη διεθνή βεβαιότητα ενός Syrah. Έρχεται σχεδόν ψιθυριστά. Σαν παλιό όνομα που το είχαμε ξεχάσει και ξαφνικά το ακούμε ξανά.

Και όμως, μέσα σε αυτόν τον ψίθυρο, κρύβεται ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κόκκινα αφηγήματα του κυπριακού αμπελώνα.

Το Γιαννούδι είναι γηγενής ερυθρή ποικιλία της Κύπρου, μια από εκείνες τις σπάνιες ποικιλίες που για χρόνια έμειναν στην άκρη, σχεδόν στην αφάνεια, μέχρι που κάποιοι οινοποιοί άρχισαν να την ξαναφέρνουν στο φως. Η ποικιλία χαρακτηρίζεται ως σπάνια, γηγενή και συνδεδεμένη με τη σύγχρονη προσπάθεια αναβίωσης των κυπριακών ποικιλιών.

Για πολλά χρόνια, η συζήτηση γύρω από το κυπριακό κόκκινο κρασί περιστρεφόταν κυρίως γύρω από το Μαραθεύτικο. Και δικαίως. Το Μαραθεύτικο εχεί την ένταση, το χρώμα, τη μυθολογία της δυσκολίας του. Έχει όλα τα στοιχεία μιας ποικιλίας που μπορεί να γίνει σύμβολο. Όμως το Γιαννούδι είναι κάτι διαφορετικό. Είναι λιγότερο θεατρικό, αλλά ίσως πιο εσωτερικό. Λιγότερο εντυπωσιακό στην πρώτη ανάγνωση, αλλά συχνά πιο υπαινικτικό. Δεν προσπαθεί να κατακτήσει το ποτήρι με δύναμη. Προσπαθεί να το κατοικήσει με χαρακτήρα.

Στα καλά του δείγματα, το Γιαννούδι μπορεί να δώσει κρασιά με κόκκινα και μαύρα φρούτα, βότανα, μπαχαρικά, γήινες νύξεις και μια μεσογειακή ζεστασιά που δεν γίνεται βαριά όταν η οινοποίηση σέβεται την ποικιλία. Υπάρχει συχνά μια ενδιαφέρουσα ισορροπία ανάμεσα στη φρεσκάδα και στην ωριμότητα, ανάμεσα στη φρουτώδη έκφραση και στη βοτανική, σχεδόν άγρια διάσταση του κυπριακού τοπίου. Δεν είναι μόνο ένα κόκκινο κρασί. Είναι μια μεταφορά του τόπου. Πέτρα, ήλιος, άνεμος, Δάφνη, θυμάρι, σκόνη, ώριμο φρούτο και μνήμη.

Αυτό που κάνει το Γιαννούδι τόσο σημαντικό δεν είναι μόνο το αρωματικό ή γευστικό του προφίλ. Είναι η δυνατότητα που κουβαλά. Σε μια εποχή όπου ο παγκόσμιος οινικός χάρτης αναζητά αυθεντικότητα, τοπικότητα και ποικιλίες που μπορούν να αφηγηθούν έναν τόπο, η Κύπρος δεν μπορεί να συνεχίσει να μιλά στον κόσμο μόνο με διεθνείς ποικιλίες. Δεν μπορεί να ζητά αναγνώριση αντιγράφοντας γλώσσες που άλλοι μιλούν ήδη καλύτερα. Πρέπει να μιλήσει με τη δική της φωνή. Και το Γιαννούδι είναι μια από αυτές τις φωνές.

Η παγκόσμια αγορά κρασιού έχει κουραστεί από την ομοιομορφία. Έχει κουραστεί από κρασιά τεχνικά σωστά αλλά αφηγηματικά άδεια. Αυτό που συγκινεί πλέον δεν είναι μόνο η ποιότητα· είναι η καταγωγή της ποιότητας. Από πού έρχεται αυτό το κρασί; Τι το κάνει αναντικατάστατο; Γιατί δεν μπορεί να παραχθεί με τον ίδιο τρόπο αλλού; Το Γιαννούδι μπορεί να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, ακριβώς επειδή δεν είναι διεθνές. Δεν είναι κοινόχρηστη γλώσσα. Είναι διάλεκτος. Και οι διάλεκτοι, όταν μιλιούνται σωστά, έχουν περισσότερη ψυχή από τις αυτοκρατορικές γλώσσες.

Το μεγάλο στοίχημα, βέβαια, είναι να μην βιαστούμε να το «εξημερώσουμε» υπερβολικά. Να μην προσπαθήσουμε να το κάνουμε να μοιάζει με κάτι που ήδη γνωρίζει ο καταναλωτής. Να μην το φορτώσουμε με υπερβολικό βαρέλι, υπερωρίμανση ή μια επίπλαστη διεθνή μυϊκότητα. Το Γιαννούδι χρειάζεται αυτοπεποίθηση, όχι μεταμφίεση. Χρειάζεται οινοποιούς που να το ακούσουν, όχι να του επιβληθούν. Χρειάζεται υπομονή στον αμπελώνα, ακρίβεια στο οινοποιείο και, κυρίως, πίστη ότι η λεπτομέρεια μπορεί να είναι πιο δυνατή από την υπερβολή.

Η Κύπρος έχει ανάγκη από τέτοιες ποικιλίες. Όχι μόνο για να εμπλουτίσει την οινική της ταυτότητα, αλλά για να την εμβαθύνει. Το Γιαννούδι μπορεί να γίνει κομμάτι ενός νέου κυπριακού αφηγήματος: ενός αφηγήματος που δεν περιορίζεται στην αρχαιότητα, στην Κουμανδαρία ή στη γενική αναφορά της «παράδοσης», αλλά περνά στη σύγχρονη ποιότητα, στη γαστρονομία, στην εξωστρέφεια, στο terroir. Ένα αφήγημα που λέει πως η Κύπρος δεν είναι απλώς μια χώρα με παλιό κρασί. Είναι μια χώρα με κρασί που ξαναβρίσκει τη φωνή του.

Και ίσως αυτό είναι το πιο συγκινητικό στοιχείο του Γιαννουδιού. Δεν είναι ακόμη πλήρως αποκαλυμμένο. Δεν έχει ολοκληρώσει την εικόνα του. Δεν έχει μπει με βεβαιότητα στο διεθνές λεξιλόγιο του κρασιού. Βρίσκεται ακόμη σε εκείνη τη γοητευτική στιγμή όπου όλα είναι πιθανά. Εκεί όπου μια ποικιλία δεν είναι ακόμα μύθος, αλλά που μπορεί να γίνει. Εκεί όπου ο οινοποιός, ο δημοσιογράφος, ο sommelier και ο καταναλωτής συμμετέχουν όλοι στη γέννηση μιας ταυτότητας.

Το Γιαννούδι είναι το κόκκινο διαμάντι που η Κύπρος δεν έχει ακόμη αποκαλύψει πλήρως. Όχι γιατί δεν λάμπει, αλλά γιατί δεν το στρέψαμε ακόμα αρκετά προς το φως. Και όταν αυτό συμβεί, όταν το αντιμετωπίσουμε όχι ως περιέργεια αλλά ως στρατηγικό κεφάλαιο του κυπριακού αμπελώνα, τότε ίσως ανακαλύψουμε ότι μέσα σε αυτή τη σπάνια ποικιλία δεν κρύβεται απλώς ένα καλό κρασί.

Κρύβεται μια ολόκληρη Κύπρος που περιμένει να ειπωθεί.

Φωτογραφία από: Oenou Yi Winery

You may also like