Η γνώση μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ένα κρασί. Μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την ποικιλία, τον τόπο, την επίδραση του κλίματος, την οινοποίηση και τον χρόνο. Η τεχνική, από την άλλη, μας δίνει τα εργαλεία για να το αξιολογήσουμε, να εξετάσουμε την ισορροπία του, τη δομή, την ένταση, την πολυπλοκότητα και τη διάρκειά του. Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Δεν είναι όμως αρκετά.
Η ουσιαστική σχέση με ένα κρασί γεννιέται σε ένα βαθύτερο επίπεδο, πέρα από την ανάλυση και πέρα από την ανάγκη να το κατατάξουμε. Γεννιέται εκεί όπου η γεύση συναντά τη μνήμη, την ευαισθησία, τη φαντασία και την προσωπική μας εμπειρία. Εκεί όπου ένα άρωμα δεν είναι μόνο ένα άρωμα, αλλά η επιστροφή σε έναν τόπο, σε έναν άνθρωπο ή σε μια στιγμή που είχε σχεδόν χαθεί μέσα στον χρόνο.
Το κρασί, όπως και η φιλοσοφία, δεν αρκείται μόνο σε όσα είναι φανερά. Προσπαθεί να προσεγγίσει αυτό που κρύβεται πίσω από την πρώτη εντύπωση. Η φιλοσοφία αναζητά την ουσία πίσω από τα φαινόμενα· ενώ η γευσιγνωσία αναζητά την αλήθεια πίσω από το άρωμα, τη γεύση και την υφή. Και στις δύο περιπτώσεις, η αναζήτηση ξεκινά από τις αισθήσεις, αλλά δεν τελειώνει σε αυτές.
Υπάρχει πάντοτε κάτι που διαφεύγει από τις λέξεις. Κάτι που μπορούμε να αισθανθούμε, αλλά όχι να περιγράψουμε πλήρως. Αυτό είναι το άφατο. Εκείνο που υπάρχει, που μας αγγίζει και μας μετακινεί εσωτερικά, αλλά αντιστέκεται στη διατύπωση. Μπορούμε να μιλήσουμε για φρούτο, ορυκτότητα, οξύτητα ή τανίνες, όμως συχνά το πιο σημαντικό στοιχείο ενός κρασιού βρίσκεται ακριβώς πέρα από αυτές τις περιγραφές.
Η βαθύτερη γευσιγνωσία δεν είναι μόνο μια πράξη αξιολόγησης, αλλά μια μορφή στοχασμού. Μια προσπάθεια να ακούσουμε όσα το κρασί δεν μας λέει άμεσα. Να ανακαλύψουμε όχι μόνο τι είναι, αλλά και τι γεννά μέσα μας.
Όπως και η φιλοσοφία, το κρασί δεν μας προσφέρει πάντοτε απαντήσεις. Μερικές φορές μας αφήνει με μια αίσθηση, μια μνήμη ή μια σιωπηλή αποκάλυψη. Και ακριβώς εκεί, στα πράγματα που δεν μπορούν να ειπωθούν, βρίσκεται η πιο αληθινή του γεύση.
