Τα τελευταία χρόνια μιλάμε πολύ για την πρόοδο του κυπριακού κρασιού. Για καλύτερα οινοποιεία, πιο προσεγμένες ετικέτες, γηγενείς ποικιλίες, εξωστρέφεια και μια νέα αυτοπεποίθηση που αρχίζει επιτέλους να φαίνεται.
Όμως πίσω από κάθε φιάλη υπάρχει κάτι πολύ πιο εύθραυστο.
Το αμπέλι.
Και φέτος, ο κυπριακός αμπελώνας δοκιμάζεται.
Οι υψηλές θερμοκρασίες, η παρατεταμένη ανομβρία, η πίεση στο νερό και το ολοένα αυξανόμενο κόστος καλλιέργειας δημιουργούν μια πραγματικότητα που γίνεται κάθε χρόνο δυσκολότερη. Για αρκετούς αμπελουργούς, το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο καλή ή πόσο μεγάλη θα είναι η σοδειά. Είναι αν υπάρχει οικονομικός λόγος να συνεχίσουν να καλλιεργούν.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Γιατί είναι πολύ εύκολο να μιλάμε για terroir, παλιά αμπέλια, γηγενείς ποικιλίες και την «αναγέννηση του κυπριακού κρασιού» όταν τα κοιτάζουμε όλα αυτά μέσα από ένα ποτήρι.
Είναι πολύ πιο δύσκολο να κοιτάξουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από το ποτήρι.
Τον αμπελουργό που πρέπει να επιστρέψει και του χρόνου στο ίδιο χωράφι. Να πληρώσει εργατικά, καύσιμα, εφόδια και καλλιεργητικά έξοδα. Να αντιμετωπίσει τη λειψυδρία και τις ακραίες θερμοκρασίες. Και στο τέλος να αναρωτηθεί αν όλος αυτός ο κόπος έχει ακόμη οικονομικό νόημα.
Όταν ένας τέτοιος άνθρωπος αποφασίσει ότι δεν αξίζει πλέον να συνεχίσει, δεν χάνουμε απλώς μερικούς τόνους σταφύλια.
Χάνουμε αμπελώνες δεκαετιών.
Χάνουμε γηγενείς ποικιλίες.
Χάνουμε γνώση που δεν γράφτηκε ποτέ σε βιβλία, αλλά πέρασε από πατέρα σε γιο και από γενιά σε γενιά.
Χάνουμε κομμάτια της ίδιας της αμπελουργικής ταυτότητας της Κύπρου.
Και κάπου εδώ τελειώνουν τα ωραία λόγια και αρχίζει η ευθύνη της Πολιτείας.
Δεν αρκούν οι ανακοινώσεις, οι έκτακτες επιδοτήσεις και οι παρεμβάσεις κάθε φορά που το πρόβλημα έχει ήδη φτάσει στην πόρτα του αμπελουργού. Ο κυπριακός αμπελώνας χρειάζεται πολιτική με διάρκεια. Χρειάζεται πραγματικό σχεδιασμό για το νερό, το κόστος παραγωγής, την ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού, την προστασία των παλιών αμπελώνων και τη βιωσιμότητα της αμπελουργίας.
Και εδώ η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται συνεχώς στον ίδιο τον παραγωγό.
Η Πολιτεία και τα αρμόδια Υπουργεία πρέπει να αποφασίσουν αν θεωρούν πραγματικά τον κυπριακό αμπελώνα κομμάτι της αγροτικής, πολιτιστικής και οικονομικής κληρονομιάς αυτού του τόπου ή αν θα τον θυμούνται μόνο όταν χρειάζεται μια όμορφη φωτογραφία, μια γιορτή κρασιού ή μια αναφορά στις γηγενείς μας ποικιλίες.
Γιατί η αναγέννηση του κυπριακού κρασιού δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στους ώμους ανθρώπων που κάθε χρόνο καλούνται να κάνουν περισσότερα με λιγότερα.
Το μέλλον του κυπριακού κρασιού δεν θα κριθεί μόνο στα οινοποιεία, στους διαγωνισμούς και στις εξαγωγές.
Θα κριθεί εκεί όπου όλα αρχίζουν.
Στο χώμα.
Στο αμπέλι.
Και στον άνθρωπο που εξακολουθεί να επιμένει να το καλλιεργεί.
Η φετινή χρονιά δοκιμάζει τον κυπριακό αμπελώνα. Το μεγαλύτερο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν ο αμπελουργός θα αντέξει ακόμη μία δύσκολη χρονιά.
Είναι αν η Πολιτεία θα αποφασίσει επιτέλους ότι αξίζει να τον βοηθήσει να παραμείνει εκεί και την επόμενη.
