Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου όπου η εξωστρέφεια εκτός από στρατηγική επιλογή είναι και υπαρξιακή ανάγκη. Για το κυπριακό κρασί, αυτή η στιγμή φαίνεται να έχει φτάσει. Όχι επειδή η Κύπρος ξαφνικά απέκτησε αμπέλια, ποικιλίες ή ιστορία. Αυτά τα είχε πάντα. Αλλά επειδή για πρώτη φορά αρχίζει να διαμορφώνεται η συνείδηση ότι το κρασί της δεν μπορεί να προχωρήσει στον κόσμο ως μεμονωμένη φωνή.
Το μεγάλο πρόβλημα του κυπριακού κρασιού δεν ήταν ποτέ η έλλειψη ποιότητας. Ήταν η έλλειψη συλλογικής αφήγησης. Κάθε οινοποιείο προσπαθεί, συχνά με πάθος και αξιοπρέπεια, να πει τη δική του ιστορία. Όμως στη διεθνή αγορά, οι ιστορίες που ταξιδεύουν δεν είναι πάντα οι πιο αληθινές. Είναι εκείνες που γίνονται αναγνωρίσιμες, επαναλαμβανόμενες, κοινές. Εκείνες που δεν μένουν φυλακισμένες στο φυλλάδιο ενός παραγωγού, αλλά μετατρέπονται σε ταυτότητα ενός τόπου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η δύναμη του λεγόμενου cluster effect. Όταν οι παραγωγοί, οι θεσμοί, οι επαγγελματίες του τουρισμού, οι sommeliers, οι δημοσιογράφοι, οι εξαγωγείς και οι φορείς πολιτισμού δεν λειτουργούν ως απομονωμένες μονάδες, αλλά ως ένα ζωντανό οικοσύστημα. Όταν το κρασί δεν παρουσιάζεται μόνο ως προϊόν, αλλά ως πολιτισμικό γεγονός.
Η Κύπρος έχει κάτι που πολλές οινικές περιοχές του κόσμου θα ζήλευαν. Ένα αφήγημα σχεδόν μυθικό. Ένα νησί γεννημένο από τη θάλασσα, με αμπελώνες που κουβαλούν μνήμες χιλιάδων χρόνων, με την Κουμανδαρία ως ένα από τα αρχαιότερα επώνυμα κρασιά του κόσμου, με γηγενείς ποικιλίες όπως το Ξυνιστέρι, το Μαύρο, το Γιαννούδι, το Μαραθεύτικο, η Πρωμάρα και το Μωροκανέλλα. Έχει υψόμετρα που αγγίζουν τον ουρανό, πέτρινα χωριά, αμπέλια μεγάλης ηλικίας, ξηρική καλλιέργεια, μικρούς παραγωγούς και μια νέα γενιά οινοποιών που ψάχνει την αυθεντικότητα.
Και όμως, όλα αυτά συχνά παρουσιάζονται αποσπασματικά. Σαν ψηφίδες χωρίς μωσαϊκό.
Το cluster effect μπορεί να γίνει ακριβώς αυτό. Το μωσαϊκό. Η στιγμή όπου οι μεμονωμένες προσπάθειες αποκτούν μορφή, βάθος και κατεύθυνση. Διότι ένας ξένος επαγγελματίας του κρασιού δεν αγοράζει μια ποικιλία που δεν γνωρίζει. Αγοράζει την εμπιστοσύνη σε μια περιοχή. Ένας εισαγωγέας δεν ρισκάρει εύκολα για ένα άγνωστο οινοποιείο από μια μικρή χώρα, αν δεν νιώσει ότι πίσω του υπάρχει κίνηση, συνοχή, αφήγημα, υποστήριξη και προοπτική. Ένας wine tourist δεν ταξιδεύει μόνο για να δοκιμάσει ένα κρασί. Ταξιδεύει για να βιώσει έναν τόπο.
Η εξωστρέφεια, λοιπόν, δεν είναι μόνο θέμα εξαγωγών. Είναι θέμα παρουσίας. Να υπάρχει η Κύπρος στον χάρτη της παγκόσμιας οινικής φαντασίας. Να μπορεί κάποιος στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στο Βερολίνο ή στο Τόκιο να ακούει «Cyprus wine» και να μη σκέφτεται κάτι αόριστο, εξωτικό ή περιφερειακό, αλλά μια ολοκληρωμένη ταυτότητα. Ένα νησί με αρχαιότητα, ήλιο, πέτρα, θάλασσα, βουνό, αυτόχθονες ποικιλίες και κρασιά με ψυχή.
Αυτό όμως δεν μπορεί να το πετύχει μόνο του κανένα οινοποιείο. Όσο καλό κι αν είναι. Όσο όμορφη κι αν είναι η ετικέτα του. Όσο σημαντικές κι αν είναι οι διεθνείς του διακρίσεις. Η διεθνής αγορά δεν λειτουργεί μόνο με ατομικές επιτυχίες. Λειτουργεί με αναγνωρίσιμες κατηγορίες. Η Rioja δεν έγινε Rioja επειδή ένα οινοποιείο ήταν σπουδαίο. Η Napa δεν έγινε παγκόσμιο σύμβολο επειδή κάποιος απλώς έφτιαχνε καλό Cabernet. Έγιναν σύμβολα επειδή οι περιοχές τους έμαθαν να μιλούν συλλογικά.
Η Κύπρος χρειάζεται ακριβώς αυτή τη συλλογική φωνή. Όχι για να εξαφανίσει τις διαφορές των παραγωγών της, αλλά για να τις ενώσει κάτω από ένα ισχυρότερο νόημα. Το cluster δεν σημαίνει ομοιομορφία. Σημαίνει συντονισμός. Δεν σημαίνει ότι όλοι πρέπει να λένε τα ίδια. Σημαίνει ότι όλοι πρέπει να αναγνωρίζουν πως αν ο τόπος ανέβει, ανεβαίνουν μαζί του και οι επιμέρους φωνές.
Το κυπριακό κρασί έχει μπροστά του μια μοναδική ευκαιρία. Να μη μιμηθεί τα μεγάλα οινικά μοντέλα του εξωτερικού, αλλά να χτίσει κάτι δικό του. Να συνδέσει το κρασί με τον πολιτισμό, τη γαστρονομία, την ιστορία, τη φιλοξενία, το τοπίο και την αίσθηση του νησιού. Να παρουσιάσει το κρασί ως έναν τρόπο να γευτεί κανείς την Κύπρο.
Αν το κυπριακό κρασί εκμεταλλευτεί το μοναδικό του αφήγημα μέσα από μια πραγματική λογική cluster, μπορεί να κάνει το μεγάλο άλμα. Όχι μόνο να πουλήσει περισσότερες φιάλες, αλλά να κερδίσει θέση στη συνείδηση της διεθνούς αγοράς. Να γίνει αναγνωρίσιμο όχι μόνο για το τι παράγει, αλλά για το τι συμβολίζει.
Το μέλλον του κυπριακού κρασιού δεν βρίσκεται μόνο στο ποτήρι. Βρίσκεται στη συλλογική του φωνή. Στην ικανότητά του να πει, με καθαρότητα και αυτοπεποίθηση, ότι εδώ υπάρχει ένας τόπος μικρός σε μέγεθος, αλλά τεράστιος σε μνήμη. Ένας τόπος όπου το κρασί δεν είναι μόδα, αλλά συνέχεια. Δεν είναι μόνο αγορά, αλλά πολιτισμός. Δεν είναι μόνο προϊόν, αλλά ψυχή.
Και αυτή η ψυχή, αν ειπωθεί σωστά, μπορεί να ταξιδέψει πολύ μακριά.
