Από τη Λεμεσό στη Μόσχα. Η Ξεχασμένη Σοβιετική Εποχή του Κυπριακού Κρασιού

by Oenognosia

Πριν από περίπου 50 χρόνια ένα μεγάλο μέρος του κυπριακού κρασιού δεν προοριζόταν για τις κάβες, τα εστιατόρια ή τους οινόφιλους που αναζητούσαν μια συγκεκριμένη ποικιλία ή έναν ξεχωριστό αμπελώνα. Προοριζόταν για δεξαμενές, για πλοία και για ένα μακρινό ταξίδι προς την Ανατολική Ευρώπη και, κυρίως, τη Σοβιετική Ένωση.

Ήταν η εποχή που η κυπριακή οινοβιομηχανία λειτουργούσε με μια εντελώς διαφορετική λογική από τη σημερινή. Το ζητούμενο δεν ήταν το terroir, η έκφραση ενός συγκεκριμένου χωριού ή η ανάδειξη μιας σπάνιας γηγενούς ποικιλίας. Ήταν η ποσότητα. Η δυνατότητα να παραχθεί πολύ κρασί, γρήγορα, σε σταθερή ποιότητα και σε τιμή που μπορούσε να εξυπηρετήσει τεράστιες αγορές.

Και η Σοβιετική Ένωση ήταν μία από τις μεγαλύτερες.

Από τη δεκαετία του 1960 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Βρετανία παρέμενε ο σημαντικότερος προορισμός για το κυπριακό κρασί. Πίσω της όμως ερχόταν σταθερά η ΕΣΣΔ. Η εικόνα αλλάξε δραματικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Από το 1980 και μετά, η Σοβιετική Ένωση έγινε ο μεγαλύτερος πελάτης της Κύπρου σε κρασί και το 1985 απορροφούσε περίπου το 56% των συνολικών κυπριακών εξαγωγών κρασιού. Την ίδια εποχή, περίπου 88% των εξαγωγών γινόταν χύμα και μόνο 12% σε φιάλες.

Οι αριθμοί αποκαλύπτουν το μέγεθος αυτής της σχέσης. Το 1982 οι κυπριακές εξαγωγές κρασιού έφτασαν περίπου τα 426.000 εκατόλιτρα, δηλαδή πάνω από 42 εκατομμύρια λίτρα. Ακόμη και η Κουμανδαρία είχε βρει μια σημαντική αγορά στην ΕΣΣΔ. Μετά το 1980, περίπου το 72% των εξαγωγών της κατευθυνόταν προς τη σοβιετική αγορά.

Δεν ήταν όμως μόνο κυπριακό επιτραπέζιο κρασί. Καθώς η άλλοτε τεράστια αγορά του Cyprus Sherry στη Βρετανία άρχισε να συρρικνώνεται, η Σοβιετική Ένωση απορροφούσε ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες και από τα ενισχυμένα κυπριακά κρασιά. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 περίπου το μισό από το Cyprus Sherry που εξαγόταν κατέληγε πλέον στην ΕΣΣΔ.

Για τη Λεμεσό, αυτή ήταν μια εποχή όπου το κρασί αποτελούσε πραγματικά βαριά βιομηχανία.

Οι KEO, ETKO, LOEL και SODAP κυριαρχούσαν στην παραγωγή. Από τα χωριά κατέβαιναν τεράστιες ποσότητες Μαύρου και Ξυνιστεριού. Τα φορτηγά περίμεναν έξω από τα μεγάλα οινοποιεία, οι δεξαμενές γέμιζαν και το κρασί ετοιμαζόταν να φύγει προς αγορές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η εικόνα που έχουμε ήδη από το 1968, όταν οι Times περιέγραφαν κρασί να φορτώνεται σε tankers μέσω υποθαλάσσιου αγωγού έξω από τη Λεμεσό με ρυθμό περίπου 100 τόνων την ώρα, αποτυπώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη φιλοσοφία εκείνης της περιόδου.

Η Σοβιετική αγορά έδωσε για χρόνια μια διέξοδο σε αυτή την παραγωγή. Ήταν όμως και μια σχέση που έκρυβε κινδύνους.

Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Παγκόσμια Τράπεζα σημείωνε ότι οι πωλήσεις κυπριακού κρασιού στις χώρες του COMECON, κυρίως Σοβιετική Ένωση, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία και Ανατολική Γερμανία, αντιπροσώπευαν περίπου το 40% του συνολικού όγκου των εξαγωγών. Τόνιζε όμως παράλληλα ότι επρόκειτο συχνά για πωλήσεις χύμα κρασιού σε πολύ χαμηλές τιμές και χωρίς μεγάλη εγγύηση ότι οι παραγγελίες θα συνεχίζονταν με την ίδια συνέπεια. Όπως και έγινε.

Η σοβιετική αγορά άρχισε να υποχωρεί ήδη στο τέλος της δεκαετίας του 1980. Η πολιτική περιορισμού της κατανάλωσης αλκοόλ επί Γκορμπατσόφ δημιούργησε επιπλέον πιέσεις και, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα της κυπριακής οινοβιομηχανίας ουσιαστικά εξαφανίστηκε.

Ξαφνικά η Κύπρος βρέθηκε με ένα σύστημα σχεδιασμένο για να παράγει τεράστιες ποσότητες κρασιού, αλλά χωρίς τις αγορές που μπορούσαν να τις απορροφήσουν.

Παράλληλα, η παλιά βρετανική αγορά του Cyprus Sherry είχε ήδη συρρικνωθεί δραματικά. Μέσα σε λίγα χρόνια, λοιπόν, οι δύο βασικοί πυλώνες πάνω στους οποίους είχε στηριχθεί για δεκαετίες το εξαγωγικό μοντέλο του κυπριακού κρασιού άρχισαν να καταρρέουν. Έρευνα για την κυπριακή οινοβιομηχανία υπολογίζει ότι οι όγκοι που διακινούνταν έπεσαν από περισσότερους από 200.000 τόνους τη δεκαετία του 1980 σε περίπου 24.000 τόνους το 2006.

Αυτό που τότε έμοιαζε με καταστροφή, όμως, αποδείχθηκε σταδιακά και μια αναγκαστική αφύπνιση.

Η Κύπρος δεν μπορούσε πλέον να ανταγωνιστεί απλώς πουλώντας πολύ και φθηνό κρασί. Χρειαζόταν έναν άλλο λόγο για να αγοράσει κάποιος κυπριακό κρασί.

Και κάπου εκεί άρχισε η μεγάλη αλλαγή.

Από τη δεκαετία του 1980 άρχισαν να εμφανίζονται περισσότερα μικρά, περιφερειακά οινοποιεία κοντά στους αμπελώνες. Αυτό από μόνο του ήταν σημαντικό. Μέχρι τότε, μεγάλες ποσότητες σταφυλιών μεταφέρονταν μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού από τα ορεινά χωριά προς τα μεγάλα οινοποιεία της Λεμεσού, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στην ποιότητα. Η δημιουργία οινοποιείων κοντά στον τόπο παραγωγής επέτρεψε καλύτερο έλεγχο του σταφυλιού και άλλαξε σταδιακά τη φιλοσοφία της οινοποίησης.

Αρχικά η απάντηση στην κρίση αναζητήθηκε μέσα από διεθνείς ποικιλίες. Cabernet Sauvignon, Shiraz, Chardonnay και άλλες γνωστές ποικιλίες θεωρήθηκαν ένας τρόπος για το κυπριακό κρασί να μιλήσει μια γλώσσα που ήδη καταλάβαινε ο διεθνής καταναλωτής.

Στη συνέχεια όμως συνέβη κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Η Κύπρος άρχισε να κοιτάζει ξανά εκεί που ίσως έπρεπε να κοιτάζει από την αρχή, στον δικό της αμπελώνα.

Το Ξυνιστέρι άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως μια ποικιλία που μπορούσε να δώσει μεγάλες ποσότητες λευκού κρασιού, αλλά ως ποικιλία ικανή να εκφράσει διαφορετικά υψόμετρα, εδάφη και μικροκλίματα. Το Μαραθεύτικο βγήκε από την αφάνεια. Το Γιαννούδι, η Πρωμάρα, το Βασίλισσα και άλλες παλιές ποικιλίες άρχισαν να επανέρχονται στο προσκήνιο.

Τα μεγάλα υψόμετρα, τα παλιά αυτόρριζα αμπέλια και οι ορεινές περιοχές που κάποτε θεωρούνταν δύσκολες και αντιοικονομικές άρχισαν να αποκτούν άλλη αξία.

Η λογική είχε αντιστραφεί. Κάποτε το ερώτημα ήταν:

«Πόσο κρασί μπορούμε να παράγουμε;»

Σήμερα το ερώτημα γίνεται όλο και περισσότερο:

«Τι είναι αυτό που μπορεί να παράγει μόνο η Κύπρος;»

Μια σύγχρονη ακαδημαϊκή μελέτη για την εξέλιξη του κυπριακού αμπελώνα περιγράφει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Από την παραγωγή bulk κρασιών για τη Σοβιετική Ένωση, τη Γερμανία και τη Βρετανία στις δεκαετίες του 1980 και 1990, στη σημερινή προσπάθεια παραγωγής ποιοτικών κρασιών για τις μεσαίες και υψηλότερες κατηγορίες της διεθνούς αγοράς.

Η σοβιετική εποχή του κυπριακού κρασιού δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μια περίοδος που θέλουμε να ξεχάσουμε. Ήταν προϊόν της εποχής της. Έδωσε εισόδημα σε χιλιάδες αμπελουργούς, κράτησε τεράστιες εκτάσεις αμπελώνων σε παραγωγή και δημιούργησε μια πραγματική εξαγωγική βιομηχανία. Ταυτόχρονα, όμως, έδειξε πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι για μια οινοπαραγωγική χώρα να εξαρτάται από τον όγκο, τη χαμηλή τιμή και μία ή δύο μεγάλες αγορές.

Σήμερα το κυπριακό κρασί ταξιδεύει ξανά. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θέλει να ταξιδεύει ανώνυμα μέσα σε μια δεξαμενή.

Θέλει στη φιάλη να γράφει Ξυνιστέρι, Μαραθεύτικο, Γιαννούδι, Κουμανδαρία. Θέλει να γράφει το χωριό, το υψόμετρο, τον αμπελώνα. Θέλει ο άνθρωπος που θα ανοίξει τη φιάλη χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά να μην πίνει απλώς «κρασί από την Κύπρο», αλλά να αναγνωρίζει μέσα του έναν συγκεκριμένο τόπο.

Φωτογραφία: LOEL Winery and Οινοποιείο ΛΟΕΛ, “Το Οινοποιείο ΛΟΕΛ Λτδ στη Λεμεσό: Παραλαβή Σταφυλιών,”

You may also like