Το κρασί έχει αναλυθεί με αμέτρητους τρόπους. Ως γεωργικό προϊόν, ως πολιτισμικό σύμβολο, ως αντικείμενο γευσιγνωσίας, ως φορέας τόπου. Υπάρχει όμως μία ακόμη οπτική, πιο εσωτερική και ίσως πιο ουσιαστική. Το κρασί ως βίωμα.
Η φαινομενολογία του Edmund Husserl μάς καλεί να επιστρέψουμε «στα ίδια τα πράγματα», δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο αυτά εμφανίζονται στην εμπειρία μας. Αν μεταφέρουμε αυτή την ιδέα στο κρασί, τότε ένα ποτήρι μόνο ένα σύνολο χημικών ενώσεων, αρωματικών μορίων, οξύτητας, τανινών και αλκοόλης. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν όλα αυτά συναντούν έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, σε έναν συγκεκριμένο τόπο και σε μία συγκεκριμένη στιγμή.
Ο Husserl έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην προθετικότητα της συνείδησης. Η συνείδηση είναι πάντοτε συνείδηση κάποιου πράγματος. Δεν υπάρχει δηλαδή ουδέτερη, αποκομμένη εμπειρία. Όταν δοκιμάζουμε ένα κρασί, δεν λαμβάνουμε απλώς αισθητηριακά δεδομένα. Προσδοκούμε, θυμόμαστε, συγκρίνουμε, αναγνωρίζουμε και ερμηνεύουμε. Η γεύση δεν φτάνει ποτέ σε ένα άδειο μυαλό.
Ο Maurice Merleau-Ponty προχώρησε ακόμη περισσότερο, επιμένοντας ότι η αντίληψη είναι ενσώματη. Δεν βιώνουμε τον κόσμο ως καθαρή νόηση αλλά μέσα από το σώμα μας. Και εδώ το κρασί γίνεται σχεδόν ιδανικό παράδειγμα. Το ποτήρι αγγίζει το χέρι. Το άρωμα κινείται προς τη μύτη. Το κρασί αποκτά βάρος, θερμοκρασία, υφή, ένταση. Η γεύση δεν «σκέφτεται» το σώμα αλλα συμβαίνει μέσα στο σώμα.
Η εμπειρία όμως δεν είναι μόνο σωματική. Είναι και μνημονική. Ο Henri Bergson είδε τη μνήμη όχι ως απλή αποθήκη πληροφοριών αλλά ως ενεργό παρουσία του παρελθόντος μέσα στο παρόν. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στο κρασί. Ένα άρωμα μπορεί να ξυπνήσει μια εικόνα, έναν τόπο, ένα καλοκαίρι, ένα πρόσωπο. Συχνά μάλιστα η ανάμνηση προηγείται της λεκτικής αναγνώρισης. Πριν πούμε «κεράσι», «χώμα» ή «θυμάρι», κάτι μέσα μας έχει ήδη κινηθεί.
Και εδώ ο Marcel Proust, αν και λογοτέχνης περισσότερο παρά φιλόσοφος, προσφέρει μία από τις πιο δυνατές εικόνες της αισθητηριακής μνήμης. Η περίφημη madeleine δεν είναι μόνο γεύση αλλά μια πύλη προς τον χρόνο. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με το κρασί. Μια γουλιά δεν ανακαλεί μια γεύση του παρελθόντος. Μπορεί να ανακαλέσει ολόκληρη κατάσταση ύπαρξης.
Υπάρχει, τέλος, και η διάσταση του χρόνου. Ο Martin Heidegger τοποθέτησε τη χρονικότητα στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το κρασί, περισσότερο από πολλά άλλα αντικείμενα της καθημερινής ζωής, μας κάνει να αισθανόμαστε αυτή τη χρονικότητα υλικά. Το κρασί κουβαλά vintage, αναμονή, εξέλιξη, φθορά. Ένα παλαιωμένο κρασί ενσωματώνει τον χρόνο.
Γι’ αυτό και στο ίδιο κρασί δεν είναι ποτέ ακριβώς το ίδιο βίωμα. Αλλάζει ο χώρος, αλλάζει η παρέα, αλλάζει η διάθεση, αλλάζει το σώμα, αλλάζει η προσδοκία. Ακόμη και όταν η φιάλη μπορούσε να παραμένει η ίδια, ο άνθρωπος που τη συναντά δεν είναι.
Χρειάζεται να βλέπουμε το κρασί λιγότερο ως αντικείμενο που πρέπει να «αποκωδικοποιηθεί» και περισσότερο ως εμπειρία που πρέπει να βιωθεί. Η αντικειμενική ανάλυση έχει ασφαλώς τη θέση της αλλά δεν εξαντλεί το νόημα του κρασιού.
Το κρασί δεν βρίσκεται μόνο μέσα στο ποτήρι. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο ποτήρι, στο σώμα, στη μνήμη, στον χρόνο και στον τόπο.
Και αυτή είναι η μαγεία του.
